A fisherman’s tale




Με μια τράτα ολόχρυση
με σουρωτήρι πάτο,
στο σκότος πλέει αβύθιστη
με πλήρωμα φευγάτο.

Αντί πανιά πουκάμισα
και για κουπιά τα χέρια,
ψαρεύει αναστεναγμούς
και τους πουλάει στ’ αστέρια.

Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα
ωρέ η κουρελού, γκιόσα.
Βρε πότε `δω και πότε αλλού
μες τα πελάγη τ’ ουρανού.
Ωρέ πότε `δω και πότε αλλού
η βάρκα μας η κουρελού.

Χιλιάδες μάτια την κοιτάν
καρδιές την προσκυνάνε,
κι όσοι παραλογίζονται
που πάει τη ρωτάνε.

Πηγαίνω μεσοπέλαγα
με τ’ άλμπουρα της νίκης,
για να χτενίσω τα λυτά
μαλλιά της Βερενίκης

Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα
ωρέ η κουρελού, γκιόσα.
Ρε πότε `δω και πότε αλλού
μες τα πελάγη τ’ ουρανού.
Ωρέ πότε `δω και πότε αλλού
η βάρκα μας η κουρελού

Η τράτα – Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Tags:

Leave a comment