Με μια τράτα ολόχρυση με σουρωτήρι πάτο, στο σκότος πλέει αβύθιστη με πλήρωμα φευγάτο. Αντί πανιά πουκάμισα και για κουπιά τα χέρια, ψαρεύει αναστεναγμούς και τους πουλάει στ’ αστέρια. Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα ωρέ η κουρελού, γκιόσα. Βρε πότε `δω και πότε αλλού μες τα πελάγη τ’ ουρανού. Ωρέ πότε `δω και πότε αλλού η βάρκα μας η κουρελού. Χιλιάδες μάτια την κοιτάν καρδιές την προσκυνάνε, κι όσοι παραλογίζονται που πάει τη ρωτάνε. Πηγαίνω μεσοπέλαγα με τ’ άλμπουρα της νίκης, για να χτενίσω τα λυτά μαλλιά της Βερενίκης Ωρέ η βάρκα μας, γκιόσα ωρέ η κουρελού, γκιόσα. Ρε πότε `δω και πότε αλλού μες τα πελάγη τ’ ουρανού. Ωρέ πότε `δω και πότε αλλού η βάρκα μας η κουρελού Η τράτα – Θανάσης Παπακωνσταντίνου |







Leave a comment